A+ A A-
Τάνια Μπαταλαμά

Τάνια Μπαταλαμά

Η Τάνια Μπαταλαμά είναι απόφοιτος του τμήματος ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου.
Έκανε τη μετεκπαίδευσή της στην Αυστραλία και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (master) σεξολογίας από το πανεπιστήμιο Curtin University of Technology που εδρεύει στο Περθ της Δυτικής Αυστραλίας. Το 2007 το πανεπιστήμιο είχε τιμηθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Σεξουαλικής Υγείας με το "Βραβείο Υπεροχής & Καινοτομίας στη Σεξουαλική Εκπαίδευση". Ήταν η πρώτη φορά που το διεθνές αυτό βραβείο αναγνωρισμένου κύρους απονεμήθηκε σε πανεπιστήμιο.

Πλήρη Βιογραφικό Σημείωμα

email icon1 tania@sex-therapy.gr 

URL Ιστότοπου: http://www.sex-therapy.gr

Η θεραπεία της πρόωρης εκσπερμάτισης

Για τη θεραπεία της πρόωρης ή γρήγορης εκσπερμάτισης χρειάζεται αρχικά να γίνει αξιολόγηση της σχέσης και του προσωπικού ιστορικού, καθώς και των παραγόντων του σεξουαλικού και γενικότερου πλαισίου που επισπεύδουν και συμβάλλουν στη γρήγορη εκσπερμάτιση.

     Με τις ασκήσεις και την ψυχοθεραπεία ο έλεγχος της εκσπερμάτισης βελτιώνεται, καθώς ο άνδρας και τα ζευγάρια εκπαιδεύονται με στόχο τα παρακάτω: εκμάθηση τεχνικών ελέγχου και/ή καθυστέρησης της εκσπερμάτισης, απόκτηση αυτοπεποίθησης στη σεξουαλική τους επίδοση, μείωση του προσδοκώμενου άγχους και του άγχους επίδοσης, αντιμετώπιση εμποδίων στην οικειότητα, επίλυση διαπροσωπικών θεμάτων που επισπεύδουν και συντηρούν τη δυσλειτουργία, συμφιλίωση με αισθήματα ή σκέψεις που παρεμβαίνουν στη σεξουαλική λειτουργία, και αύξηση της επικοινωνίας. Οι άνδρες που βιώνουν πρόωρη εκσπερμάτιση τυπικά αναφέρουν ότι έχουν δύο σημεία στην κλίμακα υποκειμενικής διέγερσης –καθόλου διέγερση και το σημείο της αίσθησης της αναπόφευκτης εκσπερμάτισης. Οι άνδρες καθοδηγούνται να επικεντρωθούν στη σεξουαλική τους διέγερση. Με τη χρήση σταδιακών ασκήσεων συμπεριφοράς, διδάσκονται να αναγνωρίζουν και να εξοικειώνονται με ενδιάμεσα επίπεδα σεξουαλικής διέγερσης. Διαδοχικά, ξεκινώντας με την αυτοϊκανοποίηση και προχωρώντας προοδευτικά μέσα από τα προκαταρκτικά και τη συνουσία (για παράδειγμα με την τεχνική «σταματάω-ξεκινάω»), κατακτούν τη δεξιότητα να παραμένουν σε αυτό το ενδιάμεσο εύρος διέγερσης, καθυστερώντας, έτσι, την εκσπερμάτιση.

     Εκτός από το δίδαγμα σεξουαλικών δεξιοτήτων και την επίλυση των διαπροσωπικών και ψυχολογικών θεμάτων που σχετίζονται με την πρόωρη εκσπερμάτιση, βοηθά επίσης η τροποποίηση γνωστικών στρεβλώσεων που βοηθούν στη διατήρηση της δυσλειτουργίας. Κάποιες από αυτές είναι: σκέψεις όλα ή τίποτα («είμαι εντελώς αποτυχημένος επειδή εκσπερματώνω γρήγορα»), υπεργενίκευση («αν δυσκολεύτηκα να ελέγξω την εκσπερμάτιση χτες το βράδυ, δε θα μπορέσω ούτε σήμερα το πρωί»), διάβασμα σκέψης («δε χρειάζεται να ρωτήσω, ξέρω πώς ένιωσε για χτες το βράδυ») και πρόβλεψη του μέλλοντος («είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα θα πάνε στραβά απόψε»).

     Η θεραπευτική παρέμβαση στοχεύει, επίσης, στην αναδόμηση του σεξουαλικού ρεπερτορίου του άνδρα ή του ζευγαριού. Οι άνδρες με γρήγορη εκσπερμάτιση περιορίζουν τα προκαταρκτικά επειδή φοβούνται ότι θα διεγερθούν υπερβολικά. Το σεξ γίνεται πολύ μηχανικό και άκαμπτο. Ωστόσο, αυτές οι λύσεις δε βοηθούν τον άνδρα να καθυστερήσει την εκσπερμάτιση. Τροποποιώντας άκαμπτα σενάρια, οι σεξολόγοι μπορούν να βοηθήσουν τα ζευγάρια να καθιερώσουν μια πιο ικανοποιητική σεξουαλική ζωή.

     Μικρές δόσεις ορισμένων φαρμάκων που συνήθως χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης ή του άγχους μπορεί να βοηθήσουν μερικούς άνδρες να καθυστερήσουν την εκσπερμάτιση. Μία από τις παρενέργειες αυτών των φαρμάκων είναι ότι παρεμποδίζουν τον οργασμό σε άνδρες και γυναίκες, κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο στην περίπτωση της πρόωρης εκσπερμάτισης. Ωστόσο τα φάρμακα αυτά δεν έχουν μόνιμα αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, με τη διακοπή της λήψης τους η πρόωρη εκσπερμάτιση επιστρέφει.

Το αντίκτυπο της πρόωρης εκσπερμάτισης στον άνδρα και τη σχέση του

Η πρόωρη ή γρήγορη εκσπερμάτιση επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του άνδρα αλλά και της σχέσης του. Πολλοί άνδρες αναφέρουν μείωση της σεξουαλική τους αυτοπεποίθηση, ντροπή/αμηχανία, ελαττωμένη οικειότητα, αποφυγή σχέσεων ή απροθυμία να δημιουργήσουν νέες σχέσεις, δυσφορία επειδή δεν ικανοποιούν τη σύντροφό τους και ανησυχία ότι η σύντροφός τους θα τους απατήσει.

     Η πρόωρη εκσπερμάτιση επηρεάζει αρνητικά και τη ζωή του συντρόφου. Οι σύντροφοι δε δυσφορούν μόνο εξαιτίας της ποιότητας της σεξουαλικής απόδοσης του άνδρα. Βιώνουν αρνητικά συναισθήματα επειδή η κατάσταση και η συνακόλουθη δυσφορία του άνδρα συχνά οδηγούν σε γρήγορη και ανεπιθύμητη διακοπή της οικειότητας. Οι γυναίκες επίσης θυμώνουν με τους συντρόφους τους που παρουσιάζουν πρόωρη εκσπερμάτιση επειδή αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους δεν έχουν λάβει την απαραίτητη προσοχή από τον άνδρα ή επειδή πιστεύουν ότι είναι απρόθυμος να διορθώσει το πρόβλημα. Οι άνδρες με τη σειρά τους πιστεύουν ότι οι σύντροφοί τους δεν καταλαβαίνουν το βαθμό απογοήτευσης και εξευτελισμού που βιώνουν συνήθως. Αυτή η απομάκρυνση ανάμεσα στους άνδρες και τις συντρόφους τους είναι η βάση για σημαντική ένταση στη σχέση. Επομένως, για τους άνδρες σε σταθερές σχέσεις, η πρόωρη εκσπερμάτιση χρειάζεται να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί ως θέμα ζευγαριού.

Σεξουαλικά ρητό υλικό: Ωφέλιμο ή βλαβερό;

Οι γραφικές σεξουαλικές εικόνες βρίσκονται παντού στην κουλτούρα μας. Ένα σημαντικό θέμα είναι το αντίκτυπο της πορνογραφίας σε αυτούς που τη χρησιμοποιούν. Υπάρχουν επιχειρήματα και για τις δύο πλευρές της ερώτησης του εάν και πώς η πορνογραφία βοηθά ή βλάπτει. Η πορνογραφία μπορεί να βοηθήσει παρέχοντας σεξουαλικό ερεθισμό χωρίς την πιθανότητα απόρριψης, κριτικής από το/τη σύντροφο, εγκυμοσύνης, ή μετάδοσης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Η πορνογραφία μπορεί επίσης να προσφέρει μια ατέλειωτη ποικιλία υλικού σεξουαλικών φαντασιώσεων. Σε μια σχέση, το σεξουαλικά ρητό υλικό μπορεί να εξομαλύνει διαφορές στη συχνότητα του ενδιαφέροντος μεταξύ των συντρόφων, διευκολύνοντας τη σεξουαλική διέγερση στον αυνανισμό όταν ένας σύντροφος δεν έχει διάθεση ή απουσιάζει.

     Μερικά άτομα και ζευγάρια ανακαλύπτουν ότι η κλασική πορνογραφία ή η ερωτική λογοτεχνία έχουν βελτιώσει τις σεξουαλικές τους εμπειρίες. Τα σεξουαλικά εκπαιδευτικά βίντεο για ενήλικες μπορούν να ενισχύσουν τη σεξουαλική επικοινωνία και τον πειραματισμό του ζευγαριού.

    Από την άλλη πλευρά, έχει εκφραστεί ανησυχία για την επιρροή της πορνογραφίας στις ερωτικές σχέσεις. Μία μελέτη βρήκε ότι μετά από επανειλημμένη έκθεση σε πορνογραφία, και οι άνδρες και οι γυναίκες ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι με την εξωτερική ελκυστικότητα και σεξουαλική επίδοση των συντρόφων τους. Οι σύμβουλοι γάμου και οι δικηγόροι έχουν παρατηρήσει αύξηση στα ζευγάρια τα οποία επιζητούν συμβουλευτική ή διαζύγιο επειδή η σχέση τους επηρεάστηκε αρνητικά από την πορνογραφία στο διαδίκτυο. Η χρήση της πορνογραφίας μπορεί να οδηγήσει τους άνδρες και τις γυναίκες να μην αντλούν ευχαρίστηση από το συμβατικό σεξ και να προτιμούν τη συντροφιά της πορνογραφίας του υπολογιστή από την ανάμειξη σε μια σχέση. Κάποια άτομα μπορεί επίσης να πιέσουν τους συντρόφους τους να επιδοθούν σε τυπικές πορνογραφικές συμπεριφορές που οι σύντροφοι αντιπαθούν (π.χ. εκσπερμάτιση στο πρόσωπο της γυναίκας, ανταλλαγή συντρόφων, πρωκτικό σεξ). Τέτοιες επιρροές μπορεί να επιδεινώσουν μια σχέση.

     Τα τυπικά θέματα στην πορνογραφία είναι συνήθως φτωχά όσον αφορά τη σεξουαλική εκπαίδευση. Η πορνογραφία συχνά τονίζει την ανδρική επίδοση, τις βιαστικές και μη αισθησιακές αλληλεπιδράσεις, και την κατάκτηση παρά την ευχαρίστηση. Περιορίζει την ανδρική σεξουαλικότητα στα υπερμεγέθη πέη και την επίδοση του πέους. Διαιωνίζει το μύθο ότι ένας αληθινός άνδρας πρέπει να είναι πάντα έτοιμος για σεξ και ότι θα έπρεπε να το έχει όποτε είναι δυνατόν, χωρίς να νοιάζεται για το άλλο άτομο ή τη δική του πολύπλοκη φύση. Επιπλέον, οι γυναίκες συνήθως απεικονίζονται ως ανταποκρινόμενες σχεδόν σε οποιοδήποτε ερεθισμό από τον άνδρα. Όταν οι γυναίκες δεν αντιδρούν με τέτοιο τρόπο στην πραγματική ζωή, οι άνδρες μπορεί να αισθανθούν ανεπαρκείς ή εξαπατημένοι, και άνδρες και γυναίκες μπορεί να αμφισβητήσουν τη φυσιολογικότητα της ίδιας τους της σεξουαλικότητας.

Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία στα ζευγάρια

Ίσως το πιο συχνό σεξουαλικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια είναι η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία. Το δεύτερο πιο συνηθισμένο πρόβλημα είναι οι διαφορές στη σεξουαλική επιθυμία. Πολλοί γελούν και λένε, Τι περιμένεις από ανθρώπους που είναι παντρεμένοι 20 χρόνια; Στην πραγματικότητα, δεν είναι αυτά τα ζευγάρια που έχουν πρόβλημα. Τα προβλήματα επιθυμίας μαστίζουν νιόπαντρα όπως και ανύπαντρα ζευγάρια. Αντίθετα με τους μύθους της κουλτούρας μας, ούτε η πλήξη ούτε η ηλικία είναι οι κύριοι παράγοντες στη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία. Τα προβλήματα επιθυμίας συμβαίνουν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και σε όλους τους τύπους ζευγαριών.

Πολλοί σεξολόγοι/σεξουαλικοί θεραπευτές πιστεύουν ότι όταν η σεξουαλικότητα λειτουργεί καλά, είναι ένα θετικό, αναπόσπαστο, αλλά όχι κύριο συστατικό –συνεισφέροντας 15 με 20% στη ζωτικότητα και ικανοποίηση του γάμου. Ωστόσο, όταν η σεξουαλικότητα είναι δυσλειτουργική ή ανύπαρκτη, αποκτά υπέρμετρα ισχυρό ρόλο, 50 με 70%, στερώντας το γάμο από την οικειότητα και τη ζωτικότητα.

Το πιο αποδιοργανωτικό σεξουαλικό πρόβλημα είναι η μειωμένη επιθυμία. Αν αυτό οδηγήσει σε ένα γάμο χωρίς ή με ελάχιστο σεξ, ασκεί τρομερή πίεση στο ζευγάρι, ειδικά αν επίσης απουσιάζει η στοργή και ο αισθησιασμός. Η επιθυμία είναι ο πυρήνας της σεξουαλικότητας. Οι γάμοι χωρίς σεξ ή με ελάχιστο σεξ απονεκρώνονται, ειδικά όταν αυτό συμβαίνει τα πρώτα 3 χρόνια του γάμου. Εκτός αν γίνει κάτι ώστε να αντιστραφεί αυτή η διαδικασία, το διαζύγιο είναι ένα πιθανό αποτέλεσμα.

Οι λειτουργίες της σεξουαλικότητας στο γάμο είναι να δημιουργηθεί μοιρασμένη ευχαρίστηση, να ενισχυθεί και να βαθύνει η οικειότητα, και να χρησιμοποιηθεί ως ανακούφιση από την ένταση που προκαλείται από τα άγχη της ζωής και του γάμου. Μια προαιρετική λειτουργία είναι να συλληφθεί ένα επιθυμητό παιδί. Οι γάμοι με ελάχιστο ή χωρίς σεξ ακυρώνουν αυτά τα πλεονεκτήματα. Επιπροσθέτως, η έλλειψη σεξουαλικότητας στερεί από το ζευγάρι ιδιαίτερα συναισθήματα και οικεία σύνδεση.

Η σεξουαλική επιθυμία της γυναίκας στις μακροχρόνιες σχέσεις

Σύμφωνα με τη θεωρία της Basson, στις μακροχρόνιες σχέσεις, η σεξουαλική επιθυμία μιας γυναίκας ενσωματώνεται περισσότερο στο ψυχολογικό της σύστημα. Στην αρχική φάση μιας καινούριας σχέσης, η ρομαντική αγάπη και το παθιασμένο σεξ οδηγούν σε εύκολη σεξουαλική απόκριση για τις γυναίκες, αλλά σε μια μακροχρόνια σχέση (μετά από ένα ή περισσότερα χρόνια), οι αυξανόμενοι περισπασμοί και η κούραση οδηγούν σε ένα διαφορετικό είδος σεξουαλικής απόκρισης.

Σε αυτό το μοντέλο της γυναικείας επιθυμίας και σεξουαλικής απόκρισης, η απελευθέρωση της σεξουαλικής έντασης λειτουργεί διαφορετικά για τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Ο οργασμός δεν είναι απαραίτητος για την ικανοποίηση της γυναίκας και δε χρειάζεται να συμβαίνει σε κάθε σεξουαλική συνεύρεση. Η σεξουαλική επιθυμία της γυναίκας είναι συχνά μια αντίδραση ανταπόκρισης παρά ένα αυθόρμητο γεγονός, που επηρεάζεται σημαντικά από την υποκειμενική ψυχολογική έξαψη. Ενώ η σεξουαλική επιθυμία του άνδρα μπορεί να ενεργοποιηθεί από σωματική ορμή, τυπικά η σεξουαλική επιθυμία μιας γυναίκας αναπτύσσεται από τη δεκτικότητά της σε απαλό, χαλαρό, αισθησιακό άγγιγμα. Αυτό το άγγιγμα οδηγεί σε σεξουαλική επιθυμία και μετέπειτα σε συναισθηματικό δέσιμο, στοργή, αισθησιασμό και ερωτισμό. Με άλλα λόγια, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να αναπτυχθεί μετά από την αρχική αισθησιακή επαφή. Η υγιής γυναικεία σεξουαλική απόκριση σε μια καθιερωμένη σχέση ξεκινά με σεξουαλική ουδετερότητα, αλλά καθώς η γυναίκα αντιλαμβάνεται μια ευκαιρία για να φερθεί σεξουαλικά, την επιθυμία του συντρόφου της, ή ένα ή περισσότερα πλεονεκτήματα που είναι σημαντικά για εκείνη και τη σχέση τους (για παράδειγμα, συναισθηματικό δέσιμο, αγάπη, στοργή, αποδοχή, δέσμευση), επιλέγει να αναζητήσει αισθησιακή επαφή και ερεθισμό. Καθώς ξεκινά η σωματική διέγερση, μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση εκείνη τη στιγμή της επιθυμίας να συνεχίσει την εμπειρία για σεξουαλικούς λόγους και να βιώσει μεγαλύτερη διέγερση, η οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνει την επιθυμία για οργασμό ή όχι. Αυτό της προκαλεί μια αίσθηση σωματικής ευεξίας με επιπλέον συναισθηματικά πλεονεκτήματα.

Φετιχισμός

Ο όρος φετιχισμός αναφέρεται στη σεξουαλική συμπεριφορά κατά την οποία ένα άτομο διεγείρεται σεξουαλικά με το να εστιάζει την προσοχή του σε ένα άψυχο αντικείμενο ή ένα μέρος του ανθρώπινου σώματος. Όπως και με πολλές άλλες παραφιλίες, συχνά είναι δύσκολο να τραβήξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις φυσιολογικές δραστηριότητες που μπορεί να έχουν φετιχιστικές αποχρώσεις και στις δραστηριότητες που είναι γνήσια παραφιλικές. Πολλοί άνθρωποι διεγείρονται ερωτικά από τη θέα εσωρούχων και συγκεκριμένων μερών του σώματος, όπως τα πέλματα, οι γάμπες, τα οπίσθια, οι μηροί και το στήθος. Πολλοί άνδρες και μερικές γυναίκες χρησιμοποιούν αντικείμενα ρουχισμού και άλλα αξεσουάρ ως συνοδεία στον αυνανισμό ή τη σεξουαλική δραστηριότητα με ένα σύντροφο. Μόνο όταν ένα άτομο εστιάζεται σε αυτά τα αντικείμενα ή μέρη του σώματος αποκλείοντας ο,τιδήποτε άλλο, είναι ο όρος φετιχισμός πραγματικά εφαρμόσιμος. Μερικές φορές, ένα άτομο δεν μπορεί να βιώσει σεξουαλική διέγερση και οργασμό εάν απουσιάζει το φετιχιστικό αντικείμενο. Σε άλλες καταστάσεις όπου η προσκόλληση δεν είναι τόσο έντονη, η σεξουαλική απόκριση μπορεί να συμβεί εν απουσία του αντικειμένου αλλά συχνά με μειωμένη ένταση. Για μερικούς ανθρώπους τα φετιχιστικά αντικείμενα λειτουργούν ως υποκατάστατα της ανθρώπινης επαφής και παύουν να χρησιμοποιούνται εάν βρεθεί κάποιος σύντροφος. Μερικά αντικείμενα που λειτουργούν συχνά ως φετίχ είναι τα γυναικεία εσώρουχα, τα παπούτσια (ιδιαίτερα τα ψηλοτάκουνα), οι μπότες (συχνά συσχετισμένες με θέματα κυριαρχίας), τα μαλλιά, τα καλσόν, και μια ποικιλία δερμάτινων, μεταξωτών και λαστιχένιων αντικειμένων.

Πώς αναπτύσσεται ο φετιχισμός; Ένας τρόπος είναι μέσω της ενσωμάτωσης του αντικειμένου ή του μέρους του σώματος, συχνά μέσω της φαντασίωσης, σε μια διαδοχή αυνανισμού στην οποία η ενίσχυση που παρέχεται από τον οργασμό ενισχύει το φετιχιστικό συσχετισμό. Μία άλλη πιθανή εξήγηση για την προέλευση κάποιων περιπτώσεων φετιχισμού αφορά την παιδική ηλικία. Μερικά παιδιά μαθαίνουν να συσχετίζουν τη σεξουαλική διέγερση με αντικείμενα (όπως κιλοτάκια ή παπούτσια) που ανήκουν σε ένα συναισθηματικά σημαντικό άτομο, όπως η μητέρα ή η μεγαλύτερη αδελφή. Η διαδικασία με την οποία συμβαίνει αυτό μερικές φορές ονομάζεται συμβολική μεταμόρφωση. Σε αυτή τη διαδικασία, το αντικείμενο του φετίχ προικίζεται με τη δύναμη ή την ουσία του ιδιοκτήτη του, έτσι ώστε το παιδί (συνήθως αγόρι) ανταποκρίνεται στο αντικείμενο όπως θα αντιδρούσε στο πραγματικό πρόσωπο. Εάν ένα τέτοιο μοτίβο συμπεριφοράς εδραιωθεί επαρκώς, το άτομο θα αφιερωθεί σε μικρή ή και σε καθόλου σεξουαλική αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους κατά τη διάρκεια των αναπτυξιακών χρόνων και ακόμη και ως ενήλικας μπορεί να συνεχίσει να αντικαθιστά τη σεξουαλική επαφή με άλλους ανθρώπους με φετιχιστικά αντικείμενα.

Μόνο σπάνια ο φετιχισμός εξελίσσεται σε αδίκημα που μπορεί να βλάψει κάποιον. Περιστασιακά, ένα άτομο μπορεί να διαπράξει ληστεία για να προμηθευτεί ένα φετιχιστικό αντικείμενο. Η ληστεία είναι το πιο συχνό σοβαρό αδίκημα που συνδέεται με το φετιχισμό. Κάποιες φορές, ένα άτομο μπορεί να κάνει κάτι περίεργο, όπως το να κόψει μαλλιά από ένα άλλο άτομο χωρίς τη θέληση του τελευταίου. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις ένας άνδρας μπορεί να δολοφονήσει και να ακρωτηριάσει το θύμα του, διατηρώντας ορισμένα μέρη του σώματος για δραστηριότητες αυνανισμού και φαντασίωσης.

Θεραπεία για την έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας της γυναίκας

Καθώς δεν υπάρχουν ακόμα επιστημονικά τεκμηριωμένες βιολογικές θεραπείες για τη χαμηλή σεξουαλική επιθυμία στις γυναίκες, η ψυχολογική θεραπεία είναι ο κύριος τρόπος αντιμετώπισης. Αρχικά γίνεται βιο-ψυχο-κοινωνική καθώς και σεξουαλική αξιολόγηση, η οποία στοχεύει στην αναγνώριση των αιτιολογικών παραγόντων που προδιαθέτουν και διατηρούν το πρόβλημα. Σκοπός είναι να γίνει κατανοητό για ποιο λόγο απουσιάζουν τα κίνητρα για σεξουαλική δραστηριότητα, και τι είναι μη ικανοποιητικό με το αποτέλεσμα (φόβος εγκυμοσύνης, δυσπαρευνία, δυσλειτουργία του συντρόφου, περαιτέρω απόδειξη υπογονιμότητας, έλλειψη σεξουαλικής ικανοποίησης). Το τωρινό και προηγούμενο πλαίσιο διασαφηνίζεται μαζί με λεπτομέρειες στο ξεκίνημα των δυσκολιών. Αποκτάται η πλήρης εικόνα της σεξουαλικής απόκρισης της γυναίκας και του συντρόφου της και διασαφηνίζεται ο βαθμός δυσφορίας που προκαλείται από το πρόβλημα.

Παράγοντες που προδιαθέτουν το πρόβλημα περιλαμβάνουν ψυχολογικούς παράγοντες που εμποδίζουν την ικανότητα για διέγερση όπως φόβος ευαλωτότητας, ενοχές ή ντροπή για το σεξ, προηγούμενες αρνητικές σεξουαλικές εμπειρίες, περισπασμοί ενώ η γυναίκα προσπαθεί να ανταποκριθεί σεξουαλικά και υπερβολική ανάγκη για έλεγχο. H έλλειψη κατάλληλου σεξουαλικού πλαισίου και σεξουαλικού ερεθισμού είναι συχνή αιτία που προκαλεί και συντηρεί τη χαμηλή επιθυμία. Κοινά παραδείγματα περιλαμβάνουν τα πολύ λίγα χάδια σε περιοχές εκτός των γεννητικών οργάνων και την έλλειψη ασφάλειας ή ιδιωτικότητας. Η συναισθηματική σταθερότητα, η παρουσία κατάθλιψης και η αυτοεικόνα της γυναίκας επίσης παίζουν ρόλο. Από τους βιολογικούς παράγοντες που μειώνουν την ικανότητα για διέγερση, η κούραση είναι ίσως ο πιο σημαντικός. Άλλα βιολογικά αίτια περιλαμβάνουν την αδυναμία από χρόνιες ασθένειες όπως νεφρική ανεπάρκεια, τα φάρμακα (πχ αντικαταθλιπτικά), το χρόνιο πόνο, και λιγότερο συχνά, την υπερ-προλακτιναιμία και τον υποθυρεοειδισμό. Η χαμηλή δραστηριότητα ανδρογόνων –π.χ. σε νέες γυναίκες με ξαφνική απώλεια των ωοθηκικών ανδρογόνων και σε γυναίκες με ασθένειες στην υπόφυση όπου τα επίπεδα της τεστοστερόνης μειώνονται ξαφνικά- επίσης παίζει ρόλο. Διαπροσωπικά θέματα μπορεί και να προκαλούν και να συντηρούν το πρόβλημα, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ελάχιστη συναισθηματική οικειότητα με το σύντροφο.      

Δεδομένης της ανάμειξης σώματος και μυαλού οι σκόπιμες αλλαγές στις σκέψεις και τη συμπεριφορά οδηγούν όχι μόνο σε νέα συναισθήματα αλλά και σε διαφορετική σεξουαλική φυσιολογία. Για παράδειγμα, χρειάζεται να αλλάξουν οι αρνητικές σκέψεις και στάσεις της γυναίκας για το σεξ ή να ανακατασκευαστούν διαστρεβλωμένες σκέψεις. Χρησιμοποιείται μια ποικιλία μεθόδων, όπως η ενίσχυση της ερωτικής απόκρισης μέσω της αυτοϊκανοποίησης και των διεγερτικών φαντασιώσεων, η μείωση του άγχους με κατάλληλη πληροφόρηση και ασκήσεις αισθησιακής εστίασης όπου γίνεται σταδιακά μετάβαση από άγγιγμα και χάδια που δεν είναι μόνο σεξουαλικά σε χάδια που είναι αισθησιακά και στη συνέχεια αμιγώς σεξουαλικά, και η επέκταση του ρεπερτορίου των σεξουαλικών δραστηριοτήτων. Συνήθως γίνεται συνδυασμός συγκεκριμένων ασκήσεων με ψυχοθεραπεία, η οποία έχει στόχο να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει και να επιλύσει τυχόν υποσυνείδητες συγκρούσεις σχετικά με τη σεξουαλική απόλαυση και την οικειότητα, όπως σχέση με γονείς και θέματα οικογένειας. Όταν η χαμηλή σεξουαλική επιθυμία είναι σύμπτωμα ανεπίλυτων προβλημάτων στη σχέση του ζευγαριού, η θεραπεία εστιάζει στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συντρόφων οι οποίες συμβάλλουν στην έλλειψη της σεξουαλικής επιθυμίας, όπως θέματα εμπιστοσύνης και σεβασμού. Δεδομένου του γεγονότος ότι η σεξουαλικότητα της γυναίκας επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την αλληλεπίδραση με το σύντροφο, βοηθά πολύ το να συμμετάσχει στη θεραπεία και ο τελευταίος.

Θεραπεία για τα προβλήματα οργασμού των γυναικών

Τα θεραπευτικά προγράμματα που έχουν στόχο να μάθει η γυναίκα να βιώνει οργασμό βασίζονται κυρίως σε δραστηριότητες όπου η γυναίκα προοδευτικά αποκτά επίγνωση του εαυτού της και στη συνέχεια μαθαίνει πώς να αυτό-διεγείρεται και να αυτοϊκανοποιείται. Ένα πλεονέκτημα της αυτοδιέγερσης είναι ότι ακόμα κι αν η γυναίκα δεν έχει σύντροφο, μπορεί να μάθει να βιώνει οργασμό.

     Στην αρχή της θεραπείας δίνεται έμφαση στην εξερεύνηση του σώματος της γυναίκας και των γεννητικών της οργάνων –από την ίδια τη γυναίκα- με τη βοήθεια καθρέπτη και διαγραμμάτων της γυναικείας ανατομίας. Στη συνέχεια, η θεραπεία και οι ασκήσεις στο σπίτι προχωρούν προοδευτικά σε ασκήσεις αυτοδιέγερσης-αυτοϊκανοποίησης (καθοδηγούμενος αυνανισμός). Η γυναίκα μαθαίνει να εντοπίζει τις περιοχές του σώματός της που ανταποκρίνονται με μεγαλύτερη ευαισθησία στο άγγιγμα και προξενούν αισθήματα ευχαρίστησης. Τοπικά λιπαντικά και ερωτικές βιντεοταινίες ενσωματώνονται συχνά στις ασκήσεις. Μερικές φορές –και μόνο αν η γυναίκα το επιθυμεί- μπορεί να χρησιμοποιήσει δονητή για να βοηθηθεί να βιώσει οργασμό για πρώτη φορά, έτσι ώστε να ξέρει ότι είναι ικανή να το κάνει. Αφού η γυναίκα βιώσει μερικούς οργασμούς με το δονητή, μπορεί να επιστρέψει στον ερεθισμό με το χέρι –καθώς είναι πιο εύκολο για το σύντροφο να μιμηθεί το άγγιγμα της ίδιας της γυναίκας παρά τον ερεθισμό που προσφέρει ο δονητής. Μόλις η γυναίκα είναι σε θέση να βιώνει οργασμό μόνη της, συμπεριλαμβάνεται συνήθως και ο σύντροφος στις ασκήσεις με σκοπό να μπορέσει η γυναίκα να βιώσει διέγερση και οργασμό εν παρουσία του, και να εκπαιδευτεί ο σύντροφος στο πώς να της προσφέρει αποτελεσματικό ερεθισμό.

     Αν, ωστόσο, η γυναίκα μπορεί να βιώνει οργασμό μόνη της μέσω του αυνανισμού αλλά όχι με το σύντροφό της, η αντιμετώπιση θεμάτων σχετικά με την επικοινωνία του ζευγαριού, τη μείωση του άγχους, την εμπιστοσύνη και την εξασφάλιση ότι η γυναίκα λαμβάνει επαρκή ερεθισμό είτε μέσω άμεσου ερεθισμού με το χέρι είτε μέσω συνουσίας με στάσεις σχεδιασμένες για τη μεγιστοποίηση του ερεθισμού της κλειτορίδας μπορεί να αποδειχτούν πιο ωφέλιμη.

     Το άγχος μπορεί να βλάψει την οργασμική λειτουργία μιας γυναίκας μέσω αρκετών γνωστικών διαδικασιών. Το άγχος μπορεί να λειτουργήσει ως περισπασμός που διακόπτει την επεξεργασία ερωτικών στοιχείων οδηγώντας τη γυναίκα να επικεντρωθεί, αντιθέτως, σε ανησυχίες σχετικά με την επίδοση, αμηχανία, και/ή ενοχές. Μπορεί να οδηγήσει τη γυναίκα να επιδοθεί σε αυτό-παρατήρηση κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα, μια εμπειρία που συχνά αποκαλείται «γίνομαι θεατής». Οι πιο αξιοσημείωτες τεχνικές μείωσης του άγχους για τη θεραπεία της διαταραχής του οργασμού στις γυναίκες είναι η συστηματική απευαισθητοποίηση και η αισθησιακή εστίαση. Η διαδικασία της συστηματικής απευαισθητοποίησης περιλαμβάνει την εκπαίδευση της γυναίκας στη χαλάρωση των μυών του σώματός της μέσα από μια σειρά ασκήσεων. Στη συνέχεια, συντίθεται μια ιεραρχία των ερεθισμών ή των καταστάσεων που προκαλούν άγχος και η γυναίκα εκπαιδεύεται να φαντάζεται τις καταστάσεις ενώ παραμένει χαλαρωμένη. Μόλις η γυναίκα μπορέσει να φαντάζεται όλα τα αντικείμενα στην ιεραρχία χωρίς να βιώνει άγχος, καθοδηγείται να επιδοθεί στις δραστηριότητες αυτές στην πραγματική ζωή.

     Η αισθησιακή εστίαση περιλαμβάνει μία βήμα-προς-βήμα διαδοχή ασκήσεων αγγίγματος του σώματος, κινούμενες από μη σεξουαλικό σε αυξανόμενα σεξουαλικό άγγιγμα των σωμάτων των συντρόφων. Συστατικά συγκεκριμένα για τη θεραπεία γυναικών με προβλήματα οργασμού συχνά περιλαμβάνουν άγγιγμα των γεννητικών οργάνων από το σύντροφο χωρίς απαιτήσεις, γυναικεία καθοδήγηση για γεννητικό ερεθισμό με το χέρι, και ερεθισμό από το πέος και στάσεις συνουσίας σχεδιασμένες για τη μεγιστοποίηση του ευχάριστου ερεθισμού.

     Άλλες θεραπείες περιλαμβάνουν τη σεξουαλική εκπαίδευση (καθώς άγνοια για τη γυναικεία ανατομία και/ή τεχνικών για τη μεγιστοποίηση των ευχάριστων αισθήσεων μπορούν να συμβάλλουν σε δυσκολίες οργασμού), και ασκήσεις ενδυνάμωσης των πυελικών μυών (Kegel).

     Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν φαρμακολογικές παρεμβάσεις που να έχουν αποδειχθεί ουσιαστικά ωφέλιμες στη θεραπεία των προβλημάτων οργασμού των γυναικών.

     Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, επειδή κάθε γυναίκα έχει τις δικές της σεξουαλικές προτιμήσεις και τις δικές της ξεχωριστές ανάγκες, η θεραπεία είναι εξαιρετικά εξατομικευμένη και ο ρόλος του/της σεξολόγου στη διαδοχή και την πρόοδο των ασκήσεων είναι πολύ σημαντικός.  

Προσποίηση οργασμού

Μία ακόμα σεξουαλική δυσκολία που αντιμετωπίζουν κάποια άτομα είναι η προσποίηση οργασμού, δηλαδή το να υποκρίνεται κάποιος-α ότι βιώνει οργασμό χωρίς στην πραγματικότητα να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μερικοί άνδρες προσποιούνται ότι έρχονται σε οργασμό, αλλά συνήθως το θέμα συζητείται σε σχέση με τις γυναίκες και είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Η αιτία που αναφέρουν πιο συχνά οι γυναίκες για την προσποίηση είναι η επιθυμία τους να μην απογοητεύσουν ή να μην πληγώσουν το σύντροφό τους. Κάποιοι πρόσθετοι παράγοντες που σχετίζονται με την προσποίηση οργασμού είναι η επιθυμία να τελειώσει γρήγορα το σεξ, η φτωχή επικοινωνία ή η περιορισμένη γνώση σεξουαλικών τεχνικών, η ανάγκη για επιδοκιμασία από το σύντροφο και η προσπάθεια να καλυφθεί η επιδείνωση μιας σχέσης.

Η προσποίηση οργασμού οδηγεί συχνά σε ένα φαύλο κύκλο. Ο/η σύντροφος του ατόμου είναι πιθανό να μην καταλάβει ότι ο/η σύντροφός του/της έχει υποκριθεί ότι έφτασε στην κλιμάκωση. Επομένως, ο/η σύντροφος που έχει τη λανθασμένη εντύπωση συνεχίζει να κάνει αυτό που έχει οδηγηθεί να πιστεύει ότι είναι αποτελεσματικό, και ο/η άλλος-η σύντροφος συνεχίζει να προσποιείται για να μην αποκαλυφθεί η εξαπάτηση. Εφόσον έχει εδραιωθεί, το μοτίβο του τεχνάσματος μπορεί να είναι δύσκολο να διακοπεί. Αν και μερικοί άνδρες και γυναίκες θεωρούν ότι η προσποίηση οργασμού είναι αποδεκτή λύση για την προσωπική τους κατάσταση, άλλοι ανακαλύπτουν ότι η ίδια η προσποίηση γίνεται ενοχλητική. Πολλές φορές, η προσποίηση οργασμού δημιουργεί συναισθηματική απομάκρυνση την ώρα που το ζευγάρι θα μπορούσε διαφορετικά να ενισχύσει το δέσιμο και την ικανοποίησή του.

Το σεξ μετά τον τοκετό

Η συμβουλή που δίνεται συνήθως στα ζευγάρια είναι ότι μπορούν να αρχίσουν και πάλι τη συνουσία όταν πάψουν να εκκρίνονται από τον κόλπο τα κοκκινωπά υγρά που ονομάζονται «λόχεια» και αφού έχουν επουλωθεί τυχόν περινεοτομές ή σχισίματα στον κόλπο. Το διάστημα αυτό –που ονομάζεται λοχεία- διαρκεί περίπου 3-4 εβδομάδες. Ωστόσο, τα περισσότερα ζευγάρια περιμένουν 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό πριν συμπεριλάβουν και πάλι τη συνουσία στη σεξουαλική τους αλληλεπίδραση. Ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το πότε η συνουσία παύει να προκαλεί σωματική ενόχληση ή δυσφορία στη γυναίκα. Αυτό εξαρτάται από το είδος του τοκετού, από το μέγεθος του βρέφους, την έκταση των περινεοτομών ή των πληγών και τον προσωπικό ρυθμό επούλωσης της γυναίκας. Η μείωση στις ορμόνες που συμβαίνει μετά τον τοκετό, η οποία είναι ιδιαίτερα έντονη στην περίοδο του θηλασμού, μπορεί να προκαλέσει δυσφορία κατά τη διάρκεια της συνουσίας. Μετά από μία καισαρική το ζευγάρι χρειάζεται να περιμένει μέχρι η τομή να επουλωθεί επαρκώς ώστε η συνουσία να γίνεται χωρίς ενόχληση. Στο διάστημα αναμονής το ζευγάρι μπορεί να προβεί σε άλλου είδους σεξουαλική δραστηριότητα.

Ένα νέο βρέφος προκαλεί σημαντικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική οικειότητα. Πολλά ζευγάρια αντιμετωπίζουν αυξημένες σεξουαλικές δυσκολίες μέχρι και 6 μήνες μετά τη γέννηση του μωρού. Τα πιο κοινά προβλήματα είναι μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, κολπική ξηρότητα και επώδυνη συνουσία.

Η κούραση είναι επίσης ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει τη σεξουαλικότητα μετά τον τοκετό. Η φροντίδα που απαιτεί το μωρό και από τη μητέρα και από το σύντροφό της πολλές φορές σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρκετός χρόνος ή ενέργεια για σεξουαλική έκφραση. Η ανησυχία για το μωρό μπορεί επίσης να παίξει ρόλο. Έτσι, ο συνδυασμός της ερωτικής πράξης με τα προγράμματα του μωρού και τον γονιών μπορεί πολλές φορές να αποδειχτεί πρόκληση.

Οι γυναίκες και οι σύντροφοί τους, των οποίων η σεξουαλική δραστηριότητα έχει διακοπεί από την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, μπορεί να νιώσουν άβολα και αδέξια στη σεξουαλική τους σχέση. Συχνά βοηθά το να επιστρέψουν στη σεξουαλική αλληλεπίδραση χωρίς να βιάζονται και με διάθεση εξερεύνησης.

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS